Ιστορία - Πολιτική

Εθνοθρησκευτικές σχέσεις

Η Θεσσαλονίκη στην οθωμανική περίοδο είναι μια πολυεθνική πόλη, στην οποία η μεγαλύτερη κοινότητα είναι η εβραϊκή, ακολουθούμενη από τους μουσουλμάνους και τους ανατολικούς ορθόδοξους. Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η ορθόδοξη κοινότητα της πόλης άρχισε σταδιακά να αποσυντίθεται και οι σχέσεις των Βουλγάρων με τις άλλες εθνότητες έγιναν σημαντικό κομμάτι της ζωής στη Θεσσαλονίκη. Αρχικά, αν και βρισκόμενοι στο γενικό πλαίσιο της οθωμανικής κυριαρχίας, οι εθνοθρησκευτικές σχέσεις κυριαρχούνται από τα οικονομικά συμφέροντα των εκπροσώπων διαφορετικών θρησκευτικών, εθνοτικών και εθνικών ομάδων. Οι κοινές επιχειρήσεις, οι κοινοπραξίες και οι υπηρεσίες εκτοπίζονται σταδιακά από τις πολιτικές βλέψεις. Εκτός από τον εθνικό αγώνα των Βουλγάρων για απελευθέρωση από την οθωμανική κυριαρχία, εκτυλίσσεται επίσης η βούλγαρο-ελληνική αντιπαράθεση. Η αντιπαράθεση ξεκίνησε αφού το Οικουμενικό Πατριαρχείο κήρυξε τη Βουλγαρική εξαρχία σχισματική (1872), αλλά στις αρχές του 20ού αιώνα απέκτησε αιματηρές διαστάσεις. Δυσχεραίνονται οι σχέσεις μεταξύ των Βουλγάρων και των άλλων κοινοτήτων στην πόλη - σέρβικη, βλαχική, αλβανική. Σε αυτό το ποικίλο μωσαϊκό των σχέσεων προστίθενται τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων και των υπηκόων τους στην πόλη, τα οποία διαπλέκονται με τις ενέργειες της βουλγαρικής κοινότητας.

Το βουλγαρικό προξενείο

Το 1897 το βουλγαρικό κράτος απέκτησε για πρώτη φορά επίσημες αντιπροσωπίες του στα ευρωπαϊκά βιλαέτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μία από αυτές είναι το Εμπορικό πρακτορείο στη Θεσσαλονίκη, το οποίο μετά την κήρυξη της ανεξαρτησίας της Βουλγαρίας (22 Σεπτεμβρίου 1908) μετατράπηκε σε προξενείο και τον Ιανουάριο του 1910 αναβαθμίστηκε σε Γενικό προξενείο. Το 1905 απέκτησε δικό του κτίριο, το οποίο σήμερα φιλοξενεί το Κέντρο Βυζαντινών Σπουδών (Βασιλίσσης Όλγας 36). Με σύντομη διακοπή κατά τη διάρκεια του Β' Βαλκανικού πολέμου, το Γενικό προξενείο της Βουλγαρίας στη Θεσσαλονίκη λειτούργησε μέχρι τις 17 Δεκεμβρίου 1915, όταν γαλλικά στρατεύματα από το στρατιωτικό σώμα των Συμμαχικών δυνάμεων της Αντάντ επίταξαν το κτίριο και συνέλαβαν το προσωπικό του.

Το Βουλγαρικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη, λόγω της θέσης του, απαιτούσε από τον επικεφαλή του διπλωματική εμπειρία και βαθιά κατανόηση της κατάστασης. Για μεγάλο χρονικό διάστημα διπλωματικός εκπρόσωπος της Βουλγαρίας στην πόλη είναι ο Atanas Shopov, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Todor Nedkov για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στο τέλος της περιόδου. Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου η Βουλγαρία προσπάθησε επανειλημμένα να ανοίξει διπλωματική αντιπροσωπεία στη Θεσσαλονίκη, αλλά οι προσπάθειες αυτές απορρίφθηκαν από το ελληνικό κράτος.

Επαναστατικές και νόμιμες οργανώσεις

Η ίδρυση της Εσωτερικής Μακεδονικής Αδριανουπολίτικης Επαναστατικής Οργάνωσης - ΕΜΑΕΟ (Вътрешна македоно-одринска революционна организация (ВМОРО)) έγινε στην συνάντηση στο Βουλγαρικό γυμνάσιο αρρένων των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου στη Θεσσαλονίκη στις 23 Οκτωβρίου 1893. Με την πάροδο των χρόνων ο επαναστατικός οργανισμός άλλαξε επανειλημμένα το όνομά του σε Επαναστατικά Βουλγαρικά Μακεδονικά Αδριανουπολίτικα Κομιτάτα (1896), Μυστική Μακεδονική Αδριανουπολίτικη Επαναστατική Οργάνωση (1902), αλλά μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο ήταν γνωστή ως Εσωτερική Μακεδονική Αδριανουπολίτικη Επαναστατική Οργάνωση. Τα ιδρυτικά της μέλη, και ένα μεγάλο μέρος από τις πιο εξέχουσες προσωπικότητές της είχαν άμεση σχέση με το Βουλγαρικό γυμνάσιο αρρένων στη Θεσσαλονίκη. Εκεί βρίσκεται η έδρα της Κεντρικής επιτροπής της, καθώς και εκεί πραγματοποιήθηκαν μερικά από τα συνέδρια της οργάνωσης.

Η επαναστατική δραστηριότητα της ΕΜΑΕΟ οδηγεί περιοδικά σε αποτυχίες και υποθέσεις, των οποίων θύματα γίνονται όχι μόνο τα μέλη και τα πρόσωπα του κύκλου της οργάνωσης, αλλά και πολλοί Βούλγαροι από την πόλη. Μεγάλο αντίκτυπο προκάλεσαν οι βομβιστικές επιθέσεις των Γεμιτζήδων – ομάδα νέων, έντονα επηρεασμένων από τις αναρχικές ιδέες που για ορισμένο χρονικό διάστημα χορηγούνταν από την ΕΜΕΟ. Τον Απρίλιο του 1903 ανατίναξαν διαφορετικούς στόχους στη Θεσσαλονίκη, οι πιο γνωστοί από τους οποίους ήταν το μέγαρο της Οθωμανικής τράπεζας στην πόλη και το γαλλικό επιβατηγό πλοίο «Guadalkivir».

Μετά το πραξικόπημα των Νεότούρκων στη Θεσσαλονίκη (1908), τα μέλη της ΕΜΑΕΟ ίδρυσαν δύο νόμιμα πολιτικά κόμματα - το Λαϊκό Ομοσπονδιακό κόμμα της Βουλγαρίας και την Ένωση βουλγαρικών συνταγματικών σωματείων. Στις εκλογές που διεξήχθησαν στα χρόνια πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους κατάφεραν να στείλουν Βούλγαρους βουλευτές στο Οθωμανικό κοινοβούλιο.

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι

Στις 5 Οκτωβρίου 1912 τα συμμαχικά βαλκανικά κράτη - η Βουλγαρία, η Σερβία, η Ελλάδα και το Μαυροβούνιο, κήρυξαν πόλεμο στην Οθωμανική αυτοκρατορία προκειμένου να απελευθερώσουν τους συμπατριώτες τους που βρίσκονταν κάτω από την κυριαρχία του σουλτάνου και να εντάξουν τις κατοικούμενες από αυτούς περιοχές στα εθνικά κράτη. Η κατάκτηση της Θεσσαλονίκης αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα για την Ελλάδα, η οποία έστειλε τις χερσαίες της δυνάμεις προς αυτή τη κατεύθυνση. Στις 27 Οκτωβρίου 1912 κατά τις 15:00 στην πόλη εισήλθαν τα πρώτα ελληνικά στρατεύματα, ακολουθούμενα 30 ώρες αργότερα από την εμπροσθοφυλακή της βουλγαρικής 7ης μεριαρχίας Ρίλα. Το ζήτημα σε ποιά χώρα θα ανήκε στο μέλλον η Θεσσαλονίκη φαινόταν ακόμα ανοικτό. Ως εκ τούτου, η κοινή επίσημη παρέλαση των ελληνικών και βουλγαρικών στρατιωτικών δυνάμεων στις 29 Οκτωβρίου 1912 δεν μείωσε τις εντάσεις ούτε μεταξύ των στρατιωτικών, ούτε μεταξύ του άμαχου πληθυσμού στην πόλη. Συσσωρεύονταν οι αντιφάσεις, εντείνονταν οι διαφωνίες και με την έναρξη του Β’ Βαλκανικού πολέμου το αποθημένο μίσος εκρήγνυται. Τη νύχτα 17/18 Ιουνίου 1913, γνωστή στη βουλγαρική λογοτεχνία ως “Η νύχτα του Βαρθολομαίου στη Θεσσαλονίκη“, εισέβαλαν τα ελληνικά στρατεύματα και κατέστρεψαν τους τρεις βουλγαρικούς λόχους που είχαν παραμείνει στην πόλη. Τα θύματα του βουλγαρικού στρατού είναι πάνω από 70 νεκροί και 120 τραυματίες. Ακόμη πιο τρομερή ήταν η μοίρα των Βουλγάρων αμάχων στη Θεσσαλονίκη, πολλοί από τους οποίους βρίσκουν το θάνατό τους επί τόπου ή στη συνέχεια - στα στρατόπεδα αιχμαλωτών στα ελληνικά νησιά.

Η Βουλγαρική λέσχη (1941-1944)

Η ίδρυση Λέσχης Βουλγάρων στη Θεσσαλονίκη δρομολογήθηκε ήδη τον Απρίλιο του 1941, λίγες μέρες μετά την κατοχή της Ελλάδας από τη ναζιστική Γερμανία. Τον Οκτώβριο του 1941 η Βουλγαρική λέσχη στην πόλη αναγνωρίστηκε επισήμως από τις γερμανικές αρχές. Στο πρώτο διοικητικό συμβούλιο της λέσχης είναι ο Nedyalko Chaushev, ο Kosta Bogdanov, ο Krum Popov και ο Nestor Angelov. Βάσει του εγκριθέντος καταστατικού ο στόχος του συλλόγου είναι η ηθική, πολιτιστική και εκπαιδευτική ανάπτυξη των μελών του και η αμοιβαία βοήθεια μεταξύ των Βουλγάρων. Μέλη της μπορούν να είναι όλοι οι ενήλικοι Βούλγαροι που γεννήθηκαν στη Μακεδονία. Από τον Οκτώβριο του 1942 έως τον Απρίλιο του 1944 τα μέλη της Βουλγαρικής λέσχης αυξήθηκαν από 14.149 στα 18.426 άτομα. Η Λέσχη κατάφερε την παράδοση της εξαρχικής εκκλησίας Αγίου Γεωργίου στους Βούλγαρους, υποστήριξε την ίδρυση ενός βουλγαρικού σχολείου στην πόλη, ίδρυσε σχολή βουλγαρικών παραδοσιακών χορών, θεατρικές παραστάσεις, εκδρομές στη Βουλγαρία για τους μαθητές του βουλγαρικού σχολείου και ανέπτυξε ενεργή κοινωνική δραστηριότητα.

Търсене