Η βουλγαρική κοινότητα

Η βουλγαρική κοινότητα

Η βουλγαρική εκκλησιαστική κοινότητα (1868-1913)

Για πρώτη φορά βουλγαρική κοινότητα στη Θεσσαλονίκη αναφέρεται σε μια επιστολή του Κυριάκου Δαρζηλοβίτου προς τη μοναστική αδελφότητα της βουλγαρικής Ιεράς Μονής Ζωγράφου Αγίου Όρους στις 8 Φεβρουαρίου 1862. Ωστόσο, επίσημη ημερομηνία ίδρυσής της θεωρείται 8 Φεβρουαρίου 1868, όταν 850 Βούλγαροι της Θεσσαλονίκης από την συντεχνία των τεκτόνων, των κλωστοϋφαντουργών, των ξυλουργών, των κτηνοτρόφων, των γουναράδων και των εμπόρων έδωσαν γραπτή εντολή στους πιο διακεκριμένους συμπολίτες τους για να τους εκπροσωπεύουν και να φροντίζουν την εκκλησιαστική και κοινωνική τους πρόοδο.

Τον Ιούλιο του 1880, η Βουλγαρική Εξαρχία εγκρίνει επισήμως την Βουλγαρική εκκλησιαστική κοινότητα στη Θεσσαλονίκη η οποία ανασυγκροτήθηκε μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο και το 1882 καταρτίζει το καταστατικό της. Το 1896 η Βουλγαρική εκκλησιαστική κονότητα αποκτά δικό της κτίριο, το οποίο βρισκόταν στη σημερινή οδό Ολύμπου 102-108. Ωστόσο, η Βουλγαρική Εξαρχία δεν εκπροσωπείται στη Θεσσαλονίκη, γεγονός που θέτει την κοινότητα σε άνιση θέση και δυσχεραίνει τις επαφές της με τις αρχές του βιλαετίου. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η βουλγαρική εκκλησιαστική κοινότητα στη Θεσσαλονίκη έχει τέσσερις ενοριακούς ιερείς, έναν εκπρόσωπο στην κυβέρνηση του βιλαετίου και τρεις δημάρχους (μουχτάρηδες). Θεωρείται η κύρια βουλγαρική κοινότητα στα βιλαέτια του Κοσσυφοπεδίου, του Μοναστηρίου και της Θεσσαλονίκης, η οποία πρέπει να εκπροσωπεί τα συμφέροντα των μικρότερων βουλγαρικών κονοτήτων μπροστά στις τοπικές αρχές. Η βουλγαρική εκκλησιαστική κοινότητα στη Θεσσαλονίκη παύει να λειτουργεί με τη δολοφονία του προέδρου της, του αρχιμανδρίτη Ευλογίου κατά τον Β' Βαλκανικό πόλεμο.

Πρόεδροι της Βουλγαρικής εκκλησιαστικής κοινότητας στη Θεσσαλονίκη ήταν: ο Ιβάν Χατζή Λαζάροφ, ο Ντιμίταρ Παούντσεφ, ο αρχιμανδρίτης Κοσμάς Πρετσιστάνσκι, ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Πελαγονίισκι, ο πάτερ Ιβάν Ματζάροφ, ο μητροπολίτης Αυξέντιος Πελαγονίισκι, ο πάτερ Νεόφυτος, ο αρχιμανδρίτης Νικοδήμ, ο Γκεώργκι Μπατζάροφ, ο αρχιμανδρίτης Ευλόγιος.

Εκκλησίες

Το πρώτο βουλγαρικό παρεκκλήσιο στη Θεσσαλονίκη ήταν αφιερωμένο στους Άγιους Κύριλλο και Μεθόδιο και εγκαινιάστηκε στις 20 Ιουνίου 1873. Βρισκόταν περίπου στα εκατό μέτρα νότια της κεντρικής λεωφόρου Εγνατίας στη συνοικία Παναγούδα, στην οδό Καπετάν Πατρίκη (Bayat). Στα εγκαίνιά του το παρεκκλήσιο, το οποίο αγοράστηκε χάρη στις δωρεές, συνιστά ένα μικρό κτίριο αποτελούμενο από δύο δωμάτια και ένα διάδρομο. Με τα χρόνια το παρεκκλήσιο ανακαινίστηκε, κατασκευάστηκε καμπαναριό και στην αυλή χτίστηκε ένα μικρό διώροφο σπίτι για τον νεοκόρο και τον ιερέα. Σήμερα στη θέση του υπάρχουν ιδιωτικά κτίρια και τίποτα δεν θυμίζει τον πρώτο βουλγαρικό ναό στη Θεσσαλονίκη.

Η δεύτερη βουλγαρική εκκλησία στη Θεσσαλονίκη – του Αγίου Δημητρίου, άνοιξε τις πόρτες της στις 8 Μαΐου 1890 στην συνοικία του Βαρδάρη. Στεγάστηκε σε ένα από τα δύο ετοιμόρροπα κτίσματα που αγοράστηκαν το 1887 και το 1889, στο όνομα του Βούλγαρου εξάρχου Ιωσήφ Ι. Αναφέρεται επισήμως ότι ο σκοπός ήταν να χρησιμεύσουν ως αποθήκη γουναρικών, αλλά στην πραγματικότητα ο στόχος ήταν να μετατραπούν σε εκκλησία και δημοτικό σχολείο. Η εκκλησία βρισκόταν απέναντι από το τζαμί Μπουρμαλί στην οδό Ζελεφχίδων 11 (σήμερα οδός Αντιγονίδων) ενώ από το 1906 κατατάσσεται στα οθωμανικά μητρώα ως βουλγαρική εκκλησία βρισκόμενη στην οδό Ντικιλί Τας. Η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου κάηκε κατά τη μεγάλη πυρκαγιά στη Θεσσαλονίκη το 1917.

Η τρίτη βουλγαρική εκκλησία – η εκκλησία του Αγίου Παύλου χτίστηκε το 1900 στο κεντρικό βουλγαρικό νεκροταφείο, το οποίο βρίσκεται δίπλα στο ελληνικό νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας. Το μικρό πέτρινο παρεκκλήσι χτίστηκε σε οικόπεδο που αγόρασε η βουλγαρική κοινότητα με φερμάνι που εκδόθηκε στο όνομα του εξάρχου Ιωσήφ Ι. Το παρεκκλήσι υπάρχει και σήμερα στο ελληνικό νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας, αλλά έχει μετατραπεί σε αποθήκη.

Ήδη το 1896 η βουλγαρική εκκλησιαστική κοινότητα είχε φερμάνι στο όνομα του εξάρχου Ιωσήφ για την κατασκευή εκκλησίας της βουλγαρικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Από το 1906 ξεκινάει μια εκστρατεία συλλογής δωρεών για την κατασκευή του βουλγαρικού ναού του Αγίου Γεωργίου στη γειτονιά Πύργοι. Ως αποτέλεσμα της πανεθνικής οργάνωσης η οποία δημιουργήθηκε, χτίστηκε το κτίριο της εκκλησίας Αγίου Γεωργίου, η οποία δεν καθαγιάστηκε μέχρι τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913). Σήμερα στην θέση της είναι ο ελληνικός ιερός ναός του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου στην οδό Πέρδικα 55.

Νεκροταφεία

Οι Βούλγαροι έθαβαν τους συγγενείς τους στη Θεσσαλονίκη από τότε που εγκαταστάθηκαν στην πόλη. Μετά την κήρυξη της Βουλγαρικής Εξαρχίας για σχισματική (1872) και το διαχωρισμό της ορθόδοξης κοινότητας σε πατριαρχικούς και εξαρχικούς, το ζήτημα των νεκροταφείων αποκτά μείζονα σημασία επειδή πολλοί πιστοί επέλεγαν αν θα διαχωριστούν από την ελληνική κοινότητα με κριτήριο την ταφή των νεκρών τους σε καθαγιασμένο έδαφος.

Το παλαιότερο επίσημα αναγνωρισμένο βουλγαρικό νεκροταφείο στη Θεσσαλονίκη είναι το κεντρικό. Βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της παλιάς πόλης, ακριβώς δίπλα στο τείχος του φρουρίου και στο ελληνικό νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας. Το πρώτο οικόπεδο (3-4 στρέμματα) αγοράστηκε και δωρίστηκε για βουλγαρικό νεκροταφείο από τους καλφάδες Μίλος και Λάζο, ξυλουργοί από την Δίβρα, πιθανόν στις αρχές της δεκαετίας του 70’, του 19ού αιώνα. Από το 1888 το βουλγαρικό αυτό νεκροταφείο αναγνωρίστηκε επίσημα από την Οθωμανική διοίκηση.

O αγώνας των Βουλγάρων της συνοικίας Koukoushka, να αποκτήσουν δικό τους κοιμητήριο συνεχίζεται περίπου τέσσερα χρόνια. Το 1886 οι κάτοικοι της συνοικίας αυτής εξουσιοδοτήθηκαν επισήμως από τις αρχές να χτίσουν ένα νεκροταφείο κοντά στο βυζαντινό ναό του Αγίου Παντελεήμονα, αλλά ήρθαν αντιμέτωποι με την έντονη αντίδραση της ελληνικής κοινότητας στη περιοχή. Χάρη στη βοήθεια της κοινότητας του Άθω το 1890 αγοράστηκε το οικόπεδο του βουλγαρικού νεκροταφείου κοντά στην εκκλησία της Αγίας Πέτκας. Το έγγραφο ιδιοκτησίας του είναι στο όνομα του ντόπιου πολίτη Αθανας Στογιάνοφ. Στα επόμενα χρόνια το νεκροταφείο γίνεται 15 στρέμματα, περιφράσσεται και σε αυτό χτίζεται ένα πηγάδι.

Το 1914 τα δύο βουλγαρικά νεκροταφεία στη Θεσσαλονίκη κατελήφθησαν, κάποιοι από τους τάφους σκάφθηκαν ενώ τα οστά τους πετάχτηκαν και στη θέση τους θάφτηκαν Έλληνες πρόσφυγες.

Βούλγαροι θάφτηκαν επίσης και στο καθολικό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης, το οποίο ιδρύθηκε μεταξύ 1860-1867 στην περιοχή Ζέιτελνικ. Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918) σε αυτό θαύονται νεκροί στρατιώτες από τις δυνάμεις της Αντάντ. Δεδομένου ότι ο χώρος δεν ήταν αρκετός, το 1920 δίπλα στο καθολικό νεκροταφείο δημιουργείται το Συμμαχικό Στρατιωτικό Νεκροταφείο. Είναι το μεγαλύτερο στρατιωτικό νεκροταφείο στα Βαλκάνια και στο αγγλικό του τμήμα είναι θαμμένοι 45 Βούλγαροι στρατιώτες. Βούλγαροι στρατιώτες θάφτηκαν επίσης και στο γερμανο-βουλγαρικό στρατιωτικό νεκροταφείο, το οποίο βρισκόταν δυτικά του στρατιωτικού νεκροταφείου των συμμάχων της Αντάντ. Σε ένα κοινοτάφιο τοποθετήθηκαν τα οστά των 800 άγνωστων Βούλγαρων στρατιωτών που σκοτώθηκαν γύρω από τη Θεσσαλονίκη, ενώ τα σώματα άλλων 26 αιχμαλώτων πολέμου τοποθετήθηκαν σε χωριστούς τάφους. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1939-1945) αυτό το νεκροταφείο καταστράφηκε.

Δημογραφία

Παρόλο που η πολυγλωσσία των Θεσσαλονικέων, οι οποίοι μιλάνε «σε τέσσερις γλώσσες» - οθωμανική, ελληνική, βουλγαρική και λαντίνο, σημειώθηκε ήδη από τον Εβλιγιά Τσελεμπή (1668), την ξεχωριστή βουλγαρική κοινότητα στην πόλη παρατήρησε ο Ρώσσος ταξιδιώτης Βασίλειος Μπάρσκυ το 1725-1726. Μέχρι τον 19ο αιώνα, οι πληροφορίες για τους Βούλγαρους στη Θεσσαλονίκη παραμένουν σποραδικές και περιορίζονται κυρίως στους κώδικες των μοναστηριών. Μετά τη δημιουργία της συντεχνίας των κλωστοϋφαντουργών από την Δίβρα, το Κρούσεβο και το Κίτσεβο στο πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα, οι Βούλγαροι, οι οποίοι είναι κυρίως μετανάστες από τη Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, γίνονται σημαντικό μέρος των κατοίκων της πόλης. Με την πρόοδο των διαδικασιών αστικοποίησης, συνεχώς αυξανόμενες μάζες βουλγαρικού πληθυσμού πηγαίνουν στη Θεσσαλονίκη αναζητώντας ασφάλεια και μια καλύτερη ζωή.

Η οθωμανική απογραφή του 1904 σημειώνει ότι οι Βούλγαροι στην πόλη οι οποίοι υπάγονται στην Βουλγαρική Εξαρχία είναι 3.697 σε συνολικά 12.434 χριστιανούς κατοίκους. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Βουλγαρικής Εξαρχίας του 1905, οι Βούλγαροι στη Θεσσαλονίκη αριθμούσαν 5.888 άτομα, από τους οποίους 3.840 υπαγόμενοι στη Βουλγαρική Εξαρχία, 1.600 υπαγόμενοι στο Οικουμενικό πατριαρχείο, 320 σερβόφιλοι, 48 υποστηρικτές της Εκκλησιαστικής Ένωσης και 80 προτεστάντες. Για περίπου 6.000 Βούλγαρους που κατοικούσαν την πόλη κατά την περίοδο αυτή μιλούν και οι ελληνικές πηγές. Σύμφωνα με στοιχεία του Γενικού Προξενείου της Βουλγαρίας στη Θεσσαλονίκη πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913) στην πόλη ζουν περίπου 10.000 Βούλγαροι, που είναι περίπου το 8% του πληθυσμού της. Τα επόμενα χρόνια, ο αριθμός τους μειώνεται σημαντικά και κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου (1914-1918) μόνο 1.800 άτομα δηλώνουν ότι είναι Βούλγαροι. Θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη ότι τόσο ο αριθμός αυτός όσο και ο αριθμός των 11.000 ατόμων που καταγράφηκαν ως Βούλγαροι κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (1939-1945) δεν αντικατοπτρίζουν πραγματικά τη βουλγαρική παρουσία στη Θεσσαλονίκη. Στην πρώτη περίπτωση κάποιοι από τους Βούλγαρους παρασιωπούν την ιθαγένειά τους για να μην διώκονται από τις ελληνικές αρχές, ενώ στη δεύτερη περίπτωση άνθρωποι με μη βουλγαρική εθνικότητα εγγράφονται ως τέτοιοι για να λαμβάνουν τροφή και βοήθεια κατά τη διάρκεια των δύσκολων χρόνων του πολέμου.

Търсене